Όπερα
Μπιμπιλολό
Μαρκ Μοννέ / Αρνό Φαμπρ
Εναλλακτική Σκηνή
Η παραγωγή υλοποιείται με τη στήριξη της δωρεάς του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ) [www.SNF.org] για την ενίσχυση της καλλιτεχνικής εξωστρέφειας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Η βασισμένη στο βραβευμένο μουσικό έργο του Μαρκ Μοννέ ακαταμάχητη φαντασμαγορία του Αρνό Φαμπρ με τον παιδιάστικο και απίθανο τίτλο Μπιμπιλολό καταφθάνει στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος για τέσσερις παραστάσεις στις 5, 6 και 7 Νοεμβρίου. Πρόκειται για μια «όπερα» χωρίς τραγουδιστές, ένα «μπαλέτο» χωρίς χορευτές – αλλά, αντίθετα, με πλαστικά ζώα, ηλεκτρικά τρενάκια, τηλεκατευθυνόμενες μπουλντόζες, ρομπότ-εξολοθρευτές, μηχανές καπνού, τροχαλίες, ηλεκτρικά μοτέρ, καλώδια και επιβλητικές σκιές. Ένα ποιητικό και ονειρικό θέαμα που προσφέρει μια σαγηνευτικά παιγνιώδη και «βέβηλη» εισαγωγή στο καλειδοσκοπικό ηχοτοπίο της σύγχρονης μουσικής.
Το Μπιμπιλολό, συμπαραγωγή της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ με C15D, Printemps des Arts de Monte-Carlo (Μονακό), GRAME – Centre national de création musicale (Γαλλία) και Cerise Music, είναι ένα ιδιότυπο έργο για μικρούς και μεγάλους που επιθυμούν να αφεθούν σε ένα φαντασιακό τοπίο χωρίς σύνορα, ταυτόχρονα ανάλαφρο, χαρούμενο και, ενίοτε, ακόμη και τραγικό!
Μπιμπιλολό σημαίνει να αναποδογυρίζεις τα κουτιά με τα παιχνίδια στη μέση της σκηνής, να κρεμάς τον πολυέλαιο της θείας ανάμεσα στο εκκρεμές και στο πιάνο, να ανάβεις κεριά μέσα στο προϊστορικό διακοσμημένο σπήλαιο και να ξεμοντάρεις το πλοίο για να προσελκύσεις την καταιγίδα… Ένα καυστικό, ποιητικό και ονειρικό θέαμα, εντελώς αλλόκοτο, στα μισά του δρόμου ανάμεσα στη σύγχρονη όπερα, τη μηχανική περφόρμανς και το θέατρο αντικειμένων.
Παρά τον υπότιτλό του –«όπερα δωματίου σε 12 εικόνες για χειριζόμενα αντικείμενα και ηλεκτρονικά πληκτροφόρα»–, το Μπιμπιλολό δεν είναι στ’ αλήθεια όπερα, δεν υπάρχει λιμπρέτο, ούτε υπόθεση, ούτε τραγουδιστές. Δεν είναι ούτε μπαλέτο, δεν υπάρχουν χορευτές, παρά την υπολογισμένη στο χιλιοστό χορογραφία για χειριστές-μηχανικούς σκηνής, που εκτελείται πάνω σε μουσική. Δεν είναι συναυλία, ωστόσο έχει τρεις δεξιοτέχνες πιανίστες που παίζουν σύγχρονη μουσική. Δεν είναι τσίρκο, παρότι μοιάζει με θέαμα με «νούμερα» και τα μουσικά κομμάτια έχουν ονόματα κλόουν. Δεν είναι στ’ αλήθεια κουκλοθέατρο, παρότι υπάρχει τουλάχιστον μια μαριονέτα, ίσως και δύο. Δεν είναι παιδικό δωμάτιο, όμως θα μπορούσε και να μοιάζει. Δεν είναι όνειρο, όμως αυτό ακριβώς θυμίζει πιο πολύ απ’ όλα.
«Αυτό το κομμάτι το έκανα με μεγάλη ελευθερία, ήθελα στ’ αλήθεια να διασκεδάσω, δηλαδή να μην απαγορεύσω τίποτε στον εαυτό μου», γράφει ο συνθέτης Μαρκ Μοννέ για το έργο του, που απέσπασε το βραβείο Grand prix lycéen des compositeurs το 2003. Ο Μοννέ συνέθεσε την αρχική εκδοχή του Μπιμπιλολό βασισμένος σε μια συλλογή από πάνω από τετρακόσιους «παλιομοδίτικους» ηλεκτρονικούς ήχους που παρήχθησαν με ένα συνθεσάιζερ Yamaha TG77 της δεκαετίας του ’90. Πρόκειται για μια σύνθεση πυκνή, ανεξάντλητη και χιμαιρική, της οποίας οι ήχοι υποβάλλουν έναν ασφυκτικά πλούσιο κόσμο πυρετώδους και αδιάκοπης δραστηριότητας, όπου το χιούμορ στέκεται πλάι πλάι με τον τρόμο, όπως σε έναν πίνακα του Ιερώνυμου Μπος.
Γνωστός για τις ηχητικές του εγκαταστάσεις, ο καλλιτέχνης Αρνό Φαμπρ υπογράφει εδώ την πρώτη του σκηνοθεσία με ένα θέαμα αταξινόμητο. Ο Φαμπρ οραματίζεται έναν σκηνικό χώρο ονειρικό και παράλογο, κάτι σαν τεράστιο παιδικό δωμάτιο πρόσφορο σε συνειρμικές μεταμορφώσεις, ξεκαρδιστικές όσο και εφιαλτικές: έναν χώρο όπου «τα λούτρινα τεμαχίζονται, οι κούκλες μακιγιάρονται και χτενίζονται, οι ανεμιστήρες παίζουν βόλεϊ, τα μεκανό είναι υπέροχα πουλιά και τα κουνέλια της “Ντούρασελ” φθάνουν στην άκρη του κόσμου και αυτοκτονούν συλλογικά πηδώντας στο κενό, ενώ συνεχίζουν να παίζουν τα ταμπούρλα τους ατάραχα»…
Θα μπορούσε να έχει γεννηθεί το 1928, το 1943, το 1947 και το 1949. Άτυπος και αντικομφορμιστής συνθέτης, αποκαλύπτει τον εαυτό του μόνο διαμέσου των έργων του. Η μουσική του χαρακτηρίζεται από θεατρικότητα και χάος. Απρόβλεπτη και εφευρετική, λιτή ή πληθωρική, τραγική ή ειρωνική, γεννά μοναδικά έργα, διαποτισμένα με ποίηση και χιούμορ, ακριβώς όπως οι τίτλοι τους. Με γραφή υψηλής ακρίβειας, ο συνθέτης δεν διστάζει να κακομεταχειριστεί το κοινό, με σκοπό να διαρρήξει τις ακουστικές του συνήθειες. Από το 2003, διευθύνει το φεστιβάλ Printemps des Arts του Μόντε Κάρλο.
Θα μπορούσε να ήταν κασκαντέρ για κινηματογραφικά γουέστερν, ορνιθολόγος στην Ανταρκτική, ορειβάτης που προσπαθεί να σκαρφαλώσει στην Αναπούρνα, λιθοξόος του 11ου αιώνα, μαθητευόμενος ανθρωπολόγος στον Αμαζόνιο ή κυνηγός-συλλέκτης της νεολιθικής εποχής. Τελικά, οδήγησε τρακτέρ, έκανε ποδήλατο, ξεμόνταρε το πιάνο, σπούδασε στις σχολές Λουί Λυμιέρ και Λε Φρενουά. Σήμερα φτιάχνει το σπίτι του, εξακολουθεί να κάνει ποδήλατο και δημιουργεί έργα που εκτίθενται ανά τον κόσμο, είτε πρόκειται για σύνθετες ηχητικές εγκαταστάσεις είτε για φωτογραφίες τοπίων είτε για απλά κείμενα γραμμένα στον τοίχο.
Έχοντας γεννηθεί από δύο αχαλίνωτους τυχοδιώκτες σε μια χρυσοκάστανη γη, διεκδικεί επίμονα να γίνει αστροναύτης. Διαμέσου του εφέ της αντιστροφής (Paris-VIII, Κλωντ Μπουχβάλντ, Κλωντ Mερλέν) και μετά από ένα πέρασμα από τη μετασοβιετική φυγόκεντρο (κουκλοθέατρο του Βορονέι του Βαλέρι Βολχόφσκι), κατέληξε να αρμενίζει. Ένα από τα πάθη της είναι να μετατρέπει τις τσαγιέρες σε ρουκέτες. Μερικές φορές ονειρεύεται να γίνει χειρίστρια γερανών και τραγουδά.
Γεννήθηκε σε ηλικία δύο ετών στη Σενεγάλη το 1972. Περνά τα παιδικά του χρόνια μέσα στα δέντρα και τις εκφορτώσεις από τις μπουλντόζες στα εργοτάξια της Νιγηρίας. Αργότερα, με την επιστροφή του στη Γαλλία, συναντά τον στοιχειοθέτη Πιερ Ντυμά (μαθητή του Φρυτιζέ και του Ουιντμέρ), που του αποκάλυψε το διεθνές ύφος της ελβετικής γραφιστικής με τις αυστηρές και απογυμνωμένες γεωμετρικές της συνθέσεις. Εμποτισμένος με ένα μείγμα αφρικανικής φιλοσοφίας και ελβετικής ακρίβειας, σήμερα μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στη γραφιστική, το κλάδεμα δέντρων, τη σκηνογραφία κινηματογραφικών ταινιών και την ενεργή αδράνεια…
Έχοντας προέλθει και «απορριφθεί» από τον άκαμπτο κόσμο των ψηφιακών ηλεκτρονικών, ως δημιουργός συστημάτων και φανατικός της αντίστροφης μηχανικής, ο Φρεντερίκ Μπλεν εγκαταλείπει τη Γαλλία το 1995 και ζει για ένα χρόνο στην Ταϊβάν, οπότε και αρχίζει να δημιουργεί σάουντρακ και βίντεο για ζωντανά θεάματα. Έκτοτε δεν μπορεί πια να σταματήσει να πειραματίζεται και να διακινδυνεύει με ταξίδια, συναντήσεις και συνεργασίες, και πάντοτε τον εμπνέει η μεταστροφή της χρήσης των ηχητικών και βιντεογραφικών αντικειμένων ως πρώτη ύλη για παραστάσεις.
Ειδικευμένος στις νέες τεχνολογίες, ενδιαφέρεται για εγχειρήματα που συνδέουν τη διαδραστικότητα με το ζωντανό θέαμα και τη σύγχρονη τέχνη. Συνεργάζεται στενά με συνθέτες (Μπέριο, Στόκχαουζεν, Ντυσαπέν…) για τους οποίους αναπτύσσει μηχανισμούς ηλεκτροακουστικής και πληροφορικής. Είναι υπεύθυνος προγράμματος του συλλόγου IanniX, στους κόλπους του οποίου αναπτύσσει εφαρμογές μουσικής γραφής στον χώρο.
Όταν δεν βρίσκεται στην κουζίνα ή στον κήπο του να περιποιείται σπάνια λαχανικά, είναι ένας αυθεντικός ελβετικός σουγιάς του ζωντανού θεάματος. Εργάζεται τόσο κάτω από τη σκηνή, ως συνθέτης, σχεδιαστής ήχου, σχεδιαστής βίντεο, σχεδιαστής φωτισμών ή μουσικός προγραμματιστής, όσο και στο φως της σκηνής ή του δρόμου, όπου γίνεται ηθοποιός, μουσικός, κλόουν, τραγουδιστής, ζογκλέρ, ακόμη και εκτελεστής κρουστών από την Ανατολή… Όταν γυρίζει σπίτι, επιστρέφει πάντα στον λαχανόκηπό του και στα όνειρά του να γίνει βραβευμένος σεφ.
Σε έναν κήπο της Νίκαιας, ανάμεσα σε κοτόπουλα, γάτες και άλογα, μεγάλωσε υπό τον ήχο του εκκλησιαστικού οργάνου της μητέρας της και των σωλήνων του, που μεταμορφώνονταν σε γλυπτά από τον πατέρα της. Η αγάπη της για τη μουσική, και ιδιαίτερα για το πιάνο, την οδήγησε στο Ανώτατο Εθνικό Ωδείο Μουσικής και Χορού της Λυόν, να παίξει σε διάφορες αίθουσες και να ερμηνεύσει το χιουμοριστικό μουσικό θέαμα Αγώνας πιάνου (Le Match de piano) με την ομάδα Pianotokés. Σήμερα ανακαινίζει το σπίτι της, καλλιεργεί τον κήπο της, περιδιαβαίνει τα ιππικά μονοπάτια, διδάσκει στο Περιφερειακό Ωδείο Νίκαιας και συμμετέχει σε διάφορες μουσικές εκδηλώσεις ως σολίστ και μέλος μουσικών συνόλων.
Κατέληξε στη μουσική ακούγοντας ακατάπαυστα τόσο τον Κουρέα της Σεβίλλης όσο και Φρέντυ Μέρκιουρυ, Μπραμς και Μάνο Χατζιδάκι. Αυτό, πιθανώς, εξηγεί την έλξη του από –και την ικανότητά του να παίζει– ένα ευρύτατο ρεπερτόριο που εκτείνεται από τον Μπετόβεν στον Κραμπ, συνθέτες στους οποίους είναι αφιερωμένοι οι δύο πρόσφατοι δίσκοι του που κυκλοφόρησαν το 2018. Μαθητής του Ζακ Ρουβιέ και της Μαρί-Φρανσουάζ Μπυκέ, έγινε ο πρώτος διδάκτορας του Ανώτατου Εθνικού Ωδείου Μουσικής και Χορού του Παρισιού. Σήμερα διδάσκει στο Περιφερειακό Ωδείο της Νίκαιας, διάγοντας παράλληλα μια πολύ ενεργή συναυλιακή ζωή.
Υπό την επίδραση του Μπετόβεν και του Μεσσιάν, εγκαταλείπει τη γενέτειρά του Βαντέ στα 14 του χρόνια για να μάθει την τέχνη του κλασικού πιάνου πλάι σε διάφορους καθηγητές. Λίγα χρόνια αργότερα, αποκτά ομόφωνα και με έπαινο της επιτροπής το δίπλωμά του από το Ανώτατο Εθνικό Ωδείο Μουσικής και Χορού της Λυόν. Εφεξής συνοδός διπλωμάτων και μεταπτυχιακών του Περιφερειακού Ωδείου της Νίκαιας, μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στις διασκευές τραγουδιών, τη σύνθεση κινηματογραφικής μουσικής (για τους τηλεοπτικούς σταθμούς Arte, France2…), την ορνιθολογία και το ποδόσφαιρο.
Συντελεστές
-
Μαρκ Μοννέ Μουσική -
Αρνό Φαμπρ Σκηνοθεσία, κατασκευή και χειρισμός αντικειμένων -
Λατιφά Λε Φορεστιέ, Ερίκ Ντυμπέρ Κατασκευή και χειρισμός αντικειμένων -
Φρεντερίκ Μπλεν Σχεδιαστής φωτισμών, ζωντανό βίντεο -
Φρεντερίκ Μπλεν, Ζορίς Γκυμπέρ Έρευνα και σχεδιασμός βίντεο -
Τιερρύ Κοντυΐ, Συλβαίν Νουγκιέ Προγραμματισμός -
Λετισιά Γκριζί, Στέφανος Θωμόπουλος, Ζυλιέν Μαρτινώ Πληκτροφόρα -
Λωράνς Λαρρουί, Μυριέλ Ντυτραί Διεύθυνση παραγωγής και συντονισμός
Cast
Με την Ορχήστρα, τη Χορωδία και την Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής της αποστολής
Πρόσβαση
Οδηγίες για την επίσκεψή σαςΑγορά εισιτηρίων για θεατές που επιθυμούν να κάνουν χρήση των υπηρεσιών προσβασιμότητας:
- Ταμεία της ΕΛΣ. Οδηγίες
- Τηλεφωνικά στο 2130885700
- Με email στο boxoffice@nationalopera.gr