Όπερα
Γιώργος Κουμεντάκης, Η Φόνισσα
Γιώργος Κουμεντάκης
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Η νέα όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη -παραγγελία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής- παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρώτη στις 19 Νοεμβρίου 2014 στην αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Το λιμπρέτο του Γιάννη Σβώλου βασίζεται σε ένα από τα σπουδαιότερα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας, τη Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μια μεγάλη παραγωγή σε μουσική διεύθυνση Βασίλη Χριστόπουλου και σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ευκλείδη.
Αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι στηρίζει συστηματικά την ελληνική δημιουργία, η Εθνική Λυρική Σκηνή ανέθεσε το 2011 τη σύνθεση μιας νέας όπερας στον Γιώργο Κουμεντάκη, έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες με σαφές, διακριτό προσωπικό στίγμα, ο οποίος στο πλαίσιο μιας σύγχρονης μουσικής γλώσσας αξιοποιεί με γόνιμο τρόπο στοιχεία της ελληνικής δημοτικής παράδοσης. Είναι ακριβώς αυτή η πτυχή της μουσικής του Κουμεντάκη, που ταιριάζει ιδανικά στη Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το αριστουργηματικό αυτό διήγημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο οποίο βασίζεται η νέα όπερα.
Η μουσική του Κουμεντάκη δεν επιχειρεί μια αναβίωση εποχής, αλλά μια “εσωτερική αναβίωση” του ψυχογραφήματος της ίδιας της Φραγκογιαννούς. H σύνθεση ακολουθεί κάθε βήμα της Φόνισσας – άλλοτε εξωτερικεύει τον ψυχισμό της και άλλοτε βυθίζεται στους σκοτεινούς και ανήλιαγους, υπόγειους διαδρόμους της ψυχής της. Άλλοτε κοιτάζει τον κόσμο κατάματα και άλλοτε χάνεται στην ονειροπόληση. Είναι στιγμές που νιώθουμε την απέραντη μοναξιά που βιώνει η Φραγκογιαννού και άλλοτε ο σαρκασμός αποσυμπιέζει τη φορτισμένη πλοκή.
“Άφησα τη μουσική να περιπλανηθεί και να εκφράσει αβίαστα και ελεύθερα τον ψυχισμό της Φραγκογιαννούς, φτάνοντας εκεί που δεν μπορεί να φτάσει η λογική” σημειώνει ο συνθέτης. Και συνεχίζει: “Προσπάθησα να πλησιάσω τις κρυφές πτυχές μιας ψυχοπαθολογικής; ψυχονευρωτικής; δυναμικής; αυταρχικής; σίγουρα σύνθετης προσωπικότητας που παίρνει μορφή μέσα από την συγκλονιστική λογοτεχνική προσέγγιση του Μέγιστου Παπαδιαμάντη. Πολύ συχνά μάλιστα, σβήνει η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πρωταγωνίστριας και συγγραφέα και γίνονται μέσα μου ένα και μόνο πρόσωπο. Όσο καιρό έγραφα τη Φόνισσα, προσπάθησα να ξεχάσω την εξωτερική της εμφάνιση, την ηλικία, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της και να στραφώ, να φτάσω το νου που, όπως λέει ο Παπαδιαμάντης, «ψηλώνει»”.
Η δράση της όπερας παρακολουθεί αυτήν του μυθιστορήματος, συμπυκνώνοντάς την στα ουσιώδη. Πρωταγωνιστεί η Χαδούλα ή Φραγκογιαννού, μια βασανισμένη μεσόκοπη γυναίκα που έχει αναλώσει τη ζωή της υπηρετώντας τους άλλους: γονείς, σύζυγο, παιδιά, εγγόνια. Απαυδισμένη και αντιλαμβανόμενη τη δυσμενή θέση των γυναικών σε φτωχές, αγροτικές κοινωνίες όπως η δική της, καταλήγει να πιστέψει ότι είναι αποστολή της να απαλλάξει τον κόσμο από τα κορίτσια. Ξεκινά στραγγαλίζοντας τη νεογέννητη εγγονή της και, επαναλαμβάνει το φονικό, πνίγοντας άλλα κορίτσια σε νερό. Καταδιωκόμενη στα βουνά από τις αρχές, η Φραγκογιαννού αποφασίζει να εξομολογηθεί, αλλά χάνεται στη θάλασσα καθώς προσπαθεί να φτάσει στο ερημητήριο του Αγίου Σώστη.
Η Φόνισσα εντάσσεται στην κατηγορία της Literaturoper, καθώς πρόκειται για όπερα απ’ ευθείας βασισμένη σε ένα λογοτεχνικό έργο. Βεβαίως, δεν πρόκειται για καινοφανές εγχείρημα, αντιθέτως εγγράφεται στον πυρήνα της λυρικής τέχνης από τις απαρχές της, στον πρώιμο 17ο αιώνα, και πολύ πιο έντονα κατά τον 18 ο, 19ο και 20ο και πάντα συντελείται σε σαφώς αναγνωρίσιμη συνάφεια προς το πρωτότυπο. Θεατρικά και λογοτεχνικά έργα των Ελλήνων τραγικών, του Μεταστάζιο, του Σαίξπηρ, του Ουγκώ, του Μεριμέ, του Γκαίτε, του Γουώλτερ Σκοτ, του Μπύχνερ, του Ντ’ Ανούντσιο, του Χόφμανσταλ, του Μαίτερλινκ, του Ντοστογιέφσκι, του Γκόγκολ και του Καζαντζάκη έχουν γίνει βάση για επιτυχημένες όπερες συνθετών του μπαρόκ, του κλασικισμού, το ρομαντισμού και του μοντερνισμού. “Όταν πρότεινα στον Γιώργο Κουμεντάκη τη σύνθεση μιας όπερας επάνω στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, δικό μου κίνητρο ήταν το ενδιαφέρον για τον θερμό ψυχολογικό πυρήνα της νουβέλας, η αναμέτρηση με τις συσσωρευμένες φορτίσεις του εμβληματικού αυτού έργου στη διαχρονία και η περιέργεια να το δω και να το ακούσω μελοποιημένο σε μια σύγχρονη μουσική γλώσσα” αναφέρει ο συγγραφέας του ποιητικού κειμένου, Γιάννης Σβώλος.
Λίγο πριν την παγκόσμια πρώτη παρουσίαση της 19ης Νοεμβρίου 2014, η όπερα έχει πάρει τη σκηνική της μορφή μέσα από τη σκηνοθετική γραμμή του Αλέξανδρου Ευκλείδη, τη σκηνική – εικαστική εγκατάσταση του Πέτρου Τουλούδη, ο οποίος μαζί με την Ιωάννα Τσάμη υπογράφει και τα κοστούμια και τους φωτισμούς του Βινίτσιο Κέλι.
Ο σκηνοθέτης της παραγωγής, Αλέξανδρος Ευκλείδης σημειώνει: “Η όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη εστιάζει στον χαρακτήρα της Φόνισσας και αναδεικνύει, με τη χρήση της μουσικής, αυτό που είναι πολύ δύσκολο να αποδοθεί σε μία απλή σκηνική απόδοση του μυθιστορήματος: το ψυχικό τοπίο της ηρωίδας. Το στοίχημα της παράστασης είναι να αποδώσει αυτό ακριβώς το στοιχείο, υλοποιώντας επί σκηνής τον εφιαλτικό κόσμο της Φραγκογιαννούς. Έτσι, η όπερα αποδίδεται ως μονόδραμα, μέσα από το υποκειμενικό και διαταραγμένο βλέμμα της πρωταγωνίστριας. Άλλωστε η Φόνισσα του Γιώργου Κουμεντάκη ισορροπεί, ανάμεσα στη μεγάλη και τη μικρή κλίμακα: χρησιμοποιεί τέσσερα χορωδιακά σχήματα και μεγάλη ορχήστρα για να αποδώσει τις λεπτές, εσωτερικές αποχρώσεις του ψυχισμού της ηρωίδας, που είναι το απόλυτο επίκεντρο της δράσης. Το πρώτο ανέβασμα μιας όπερας είναι μια τεράστια -και σπάνια- πρόκληση για την δημιουργική ομάδα, η οποία καλείται να ανεβάσει το έργο χωρίς να το έχει προηγουμένως ακούσει, δουλεύοντας απευθείας από την παρτιτούρα του συνθέτη”.
Στη σκηνική εγκατάσταση του Πέτρου Τουλούδη βλέπουμε το τοπίο ενός οικισμού δίπλα στη θάλασσα. Με ευαισθησία και πρωτοτυπία αποτυπώνεται η ελληνικότητα, ο ανοιχτός ορίζοντας, αλλά και η ανατροπή στη Β’ Πράξη της καταδίωξης, όπου τα πάντα αναποδογυρίζουν. Έτσι αντί να τρέχει η Φόνισσ α προς τα βουνά, όπως περιγράφει ο Παπαδιαμάντης, στην παράσταση συμβαίνει το αντίθετο. Η Φόνισσα μένει ακίνητη και η φύση είναι αυτή που γυρίζει γύρω της, την περικυκλώνει, την πνίγει και στο τέλος χάνεται.
Ο διακεκριμένος μαέστρος και μέχρι πρόσφατα Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, Βασίλης Χριστόπουλος έχει αναλάβει τη μουσική διεύθυνση της παραγωγής. Εκτός από τους μονωδούς, η σύνθεση προβλέπει μεγάλη συμφωνική ορχήστρα (της ΕΛΣ), τρεις μουσικούς επί σκηνής (μπαγιάν, σαξόφωνο και κρουστά) καθώς επίσης τέσσερα χορωδιακά σύνολα.
Συντελεστές
-
Γιάννης Σβώλος (βασισμένο στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη) Ποιητικό κείμενο -
Βασίλης Χριστόπουλος Μουσική Διεύθυνση -
Πέτρος Τουλούδης, Ιωάννα Τσάμη Κοστούμια -
Ανδρέας Δικτυόπουλος Παραγωγή Video
Cast
-
Ειρήνη Τσιρακίδου Φραγκογιαννού (Φόνισσα) · 19/11, 23/11 -
Τζούλια Σουγλάκου Φραγκογιαννού (Φόνισσα) · 21/11, 26/11 -
Μαρίνα Φιδέλη Μαρούσω · 21/11, 26/11 -
Γεωργία Ηλιοπούλου Δελχαρώ · 19/11, 23/11 -
Ζωή Κάππου Δελχαρώ · 21/11, 26/11 -
Κωστής Ρασιδάκις Γιάννης Περιβόλας · 19/11, 23/11 -
Κωστής Μαυρογένης Γιάννης Περιβόλας · 21/11, 26/11 -
Ελένη Δάβου Γιαννού · 21/11, 26/11 -
Ευδοκία Χατζηιωάννου Μάνα Ξενούλας -
Βαγγέλης Μανιάτης Ειρηνοδίκης · 19/11, 21/11, 23/11 -
Νικόλαος Καραγκιαούρης Ειρηνοδίκης · 26/11 -
Χαράλαμπος Βελισσάριος Αστυνόμος Β/Πάρεδρος · 23/11 -
Ζένια Αρτζέντη Κρινιώ · 21/11, 26/11 -
Δήμητρα Κωτίδου Τούλα · 21/11, 26/11 -
Μιράντα Μακρυνιώτη Μυρσούδα · 21/11, 26/11 -
Διονύσης Τσαντίνης Γιατρός -
Ελένη Δάβου Αμέρσα · 21/11, 26/11 -
Βαγγέλης Μανιάτης Κωνσταντής · 19/11, 23/11 -
Νικόλαος Καραγκιαούρης Κωνσταντής · 21/11, 26/11 -
Ειρήνη Δερέμπεη, Μαρία Μελαχροινού, Μάρθα Μαυροειδή, Μαρία Κώττη Πολυφωνικό Σύνολο
Με την Ορχήστρα, τη Χορωδία και την Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής της αποστολής












